γνάθος

γνάθος
Κάθε ένα από τα δύο οστά, στα οποία βρίσκονται τα δόντια. Διακρίνεται σε άνω και κάτω γ. Η άνω γ. αποτελείται από δύο ημιμόρια, το δεξί και το αριστερό, που συνοστεώνονται κατά τη μέση γραμμή. Αποτελούν το κυριότερο μέρος του σκελετού του προσώπου και συμβάλλουν για να σχηματιστούν η κοιλότητα του στόματος, το κύτος της μύτης, οι οφθαλμικές κόγχες. Η άνω γ. αποτελείται από το σώμα, σχήματος τρίπλευρης πυραμίδας, που στο εσωτερικό του υπάρχει μια αεροφόρα κοιλότητα (το ιγμόρειον άντρον) και από τέσσερις αποφύσεις (μετωπιαία, ζυγωματική, υπερώιος, φατνιακή). Η κάτω γ. αποτελείται κι αυτή από δύο συνοστεωμένα ημιμόρια. Είναι το μεγαλύτερο και ισχυρότερο από τα οστά του προσώπου και συμπληρώνει τον σκελετό του στο κατώτερο τμήμα του. Έχει σχήμα τοξοειδές και προς τα πίσω υψώνεται σε δύο κλάδους με τους οποίους συναρθρώνεται με το δεξιό και αριστερό κροταφικό οστό. Η άρθρωση αυτή χρησιμεύει για τις κινήσεις της μάσησης. Η άνω γ. προς τα κάτω και η κάτω γ. προς τα πάνω, φέρουν τα φατνιακά τόξα όπου βρίσκονται τα δόντια. Εκτός από τα κατάγματα, συχνή είναι η εξάρθρωση της κάτω γ., συνήθως αμφοτερόπλευρη, η οποία οφείλεται σε υπερβολικό άνοιγμα του στόματος.
* * *
η (AM γνάθος)
σαγόνι
αρχ.
1. πληθ. μάγουλα
2. πορθμός
3. αιχμή
4. φρ. α) «γνάθου δούλος» — άπληστος άνθρωπος
β) «ἔπαγε γνάθον» — μπήξε τα δόντια σου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γνάθος ανάγεται σε ΙΕ *gon∂dh- (πρβλ. λιθ. žandas «σαγόνι», λετ. žuods «πιγούνι») < *ĝenu- «πιγούνι» (πρβλ. αρχ. ελλ. γένυς, γοτθ. kinnus, λατ. genae)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • γνάθος — jaw fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνάθος — η το σαγόνι, η μασέλα: Από το χτύπημα έσπασε η κάτω γνάθος του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γνάθω — γνάθος jaw fem nom/voc/acc dual γνάθος jaw fem gen sg (doric aeolic) γναθόω hit on the cheek pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) γναθόω hit on the cheek imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνάθοι — γνάθος jaw fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνάθοιν — γνάθος jaw fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνάθοις — γνάθος jaw fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνάθοισι — γνάθος jaw fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνάθοισιν — γνάθος jaw fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνάθον — γνάθος jaw fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνάθου — γνάθος jaw fem gen sg γναθόω hit on the cheek pres imperat act 2nd sg γναθόω hit on the cheek imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”